17 Ιαν 2008

Κυριαρχεί όποιος πουλάει φθηνότερα.

Οτι ζούμε σε ένα παγκόσμιο χωριό το γνωρίζουμε, όπως και ότι τα περισσότερα τρόφιμα είναι ελληνοποιημένα και όχι ελληνικά. Αλλά δεν θέλουμε με τίποτα να πιστέψουμε ότι η σαρδέλα, η ελιά, το λάδι, τα φιστίκια, τα κρεμμύδια, οι φακές, το ψωμί, τα τυπικά ελληνικά προϊόντα που αγοράσαμε από τους γιορτινούς πάγκους και τα ράφια των μαγαζιών αυτές τις μέρες δεν είναι τελικά ελληνικά. Δεν θέλουμε να πιστέψουμε ότι οι σαρδέλες είναι από το Μαρόκο, οι γαρίδες και οι καραβίδες από το Ισραήλ, οι αστακοί, τα στρείδια από τη Βραζιλία και ότι πωλούνται ως «αιγαιοπελαγίτικα» μέχρι και 10 φορές πιο πάνω από την τιμή αγοράς.

Θα λέγαμε το ίδιο για τις ελιές. Και όμως, πάνω από 800 τόνοι ελιάς εισάγονται κάθε χρόνο στη χώρα μας από Αργεντινή, Περού, Μαρόκο, Αίγυπτο, Τουρκία, Κροατία, ΠΓΔΜ και καταναλώνονται ως ελληνικές Αμφίσσης, Θάσου, Χαλκιδικής, Καλαμών… Το ίδιο γίνεται με τα μήλα από την Κίνα, τις ντομάτες από το Βέλγιο, το αλεύρι από την Ουκρανία, τη ζάχαρη από τη Σερβία, το μέλι από τη Βουλγαρία, τα σταφύλια και τα αχλάδια από τη Χιλή, τα λεμόνια από την Αργεντινή, τα πορτοκάλια από τη Βραζιλία, το ψωμί από την Κίνα. Πολλοί φούρνοι (αδιευκρίνιστο πόσοι) προτιμούν τη βολική, φτηνή, έτοιμη κατεψυγμένη ζύμη από την Κίνα.

Για το κρέας γνωρίζουμε. Το 70% του βοδινού που καταναλώνουμε είναι εισαγόμενο. Το ίδιο ισχύει για το 50% του χοιρινού, το 40% των κοτόπουλων· ακόμη, για το 50% του γάλακτος (από τότε που φρέσκο ονομάζεται και το γάλα 10 ημερών). Οι εισαγωγές σε κτηνοτροφικά προϊόντα ξεπερνούν το 1,6 δισ. ευρώ ετησίως. Εισάγουμε περισσότερα αγροτικά προϊόντα από όσα εξάγουμε - το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο υπολογίζεται στα 2 τρισ. ευρώ. Τα ελληνικά τρόφιμα όλο και πιο δύσκολα βρίσκουν θέση στα ράφια των σούπερ μάρκετ, που έχουν περάσει σε ξένες πολυεθνικές (οι πέντε μεγαλύτερες ελέγχουν το 50% της κατανάλωσης). Τα ελληνικά κοτόπουλα, για παράδειγμα, που είναι ακριβότερα και -συνήθως- καλύτερης ποιότητας από τα εισαγόμενα (μεγαλώνουν μέσα σε 60 ημέρες σε αντίθεση με τα ευρωπαϊκά που μεγαλώνουν σε 40 μέρες) δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τα εισαγόμενα στην τιμή. Ακόμη και φασόλια και φακές, εν γένει όσπρια, έχουμε πάψει να καλλιεργούμε. Εισάγουμε πλέον τα πάντα. Ακόμη και αυτά που παράγουμε σε αφθονία. Πατάτες, κρεμμύδια, πορτοκάλια, φιστίκια, λάδι (δεκάδες χιλιάδες τόνους κάθε χρόνο). Εξάγουμε χύμα λάδι σε πολύ χαμηλή τιμή και το εισάγουμε ξανά, σε μίγματα, σε ιταλική ή ισπανική συκευασία, σε πολλαπλάσια τιμή. Η αγορά είναι ανοιχτή, δεν υπάρχει εξαγωγική στρατηγική, σχέδιο προώθησης των ελληνικών προϊόντων και κυριαρχεί αυτός που πουλάει φθηνότερα.

Θα πει κανείς, μα είναι καλύτερα τα ελληνικά προϊόντα, σε μια χώρα όπου αντιβιοτικά, ορμόνες, φυτοφάρμακα χρησιμοποιούνται ανεξέλεγκτα; Οπου δεν υπάρχει ουσιαστικός έλεγχος ποιότητας από τον στάβλο ή το χωράφι ώς το ράφι;

Οχι πάντα. Ομως η ελληνική αγορά είναι στην πράξη ανοχύρωτη. Πεδίο δράσης αδίστακτων κερδοσκόπων. Κάθε λογής επιτήδειοι, εισαγωγείς, έμποροι, μεσάζοντες, μεταπράτες, μικροπωλητές διοχετεύουν συχνά όχι μόνο χαμηλής ποιότητας, αλλά και επικίνδυνα για την υγεία τρόφιμα. Κάθε χρόνο πάνω από 6.000 τόνοι ακατάλληλων τροφίμων από τρίτες χώρες σταματούν στα σύνορα. Με πλημμελείς, σποραδικούς ελέγχους… Φανταστείτε τι καταναλώνουμε...



Καθημερινη 28/12/2007